Αἰτωλία

Αἰτωλία, , Aetolia, Th.3.96, etc.:—hence [full] Αἰτωλοί, οἱ, Aetolians, Il.2.638, etc.: fem. [full] Αἰτωλίς,
A

χώρη Hdt.6.127

: Adj. [full] Αἰτωλικός, ή, όν, Th.4.30, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἰτωλία — Αἰτωλίᾱ , Αἰτώλιος fem nom/voc/acc dual Αἰτωλίᾱ , Αἰτώλιος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱ , Αἰτωλία fem nom/voc/acc dual Αἰτωλίᾱ , Αἰτωλία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱ , Αἰτωλίη fem nom/voc/acc dual Αἰτωλίᾱ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰτωλίᾳ — Αἰτωλίᾱͅ , Αἰτώλιος fem dat sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱͅ , Αἰτωλία fem dat sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱͅ , Αἰτωλίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αιτωλία — I Κατά την αρχαιότητα, περιοχή της σημερινής δυτικής Στερεάς Ελλάδας, μεταξύ του όρους Παναιτωλικού, του Κορινθιακού κόλπου, του ποταμού Εύηνου και του ποταμού Αχελώου. Ως πόλεις της αρχαίας Α. αναφέρονται σε διάφορες εποχές οι: Θέρμος, Πλευρών,… …   Dictionary of Greek

  • Αιτωλία — η περιοχή του νομού Αιτωλοακαρνανίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰτωλίας — Αἰτωλίᾱς , Αἰτώλιος fem acc pl Αἰτωλίᾱς , Αἰτώλιος fem gen sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱς , Αἰτωλία fem acc pl Αἰτωλίᾱς , Αἰτωλία fem gen sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱς , Αἰτωλίη fem acc pl Αἰτωλίᾱς , Αἰτωλίη fem gen sg (attic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰτωλίαι — Αἰτωλίᾱͅ , Αἰτώλιος fem dat sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱͅ , Αἰτωλία fem dat sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱͅ , Αἰτωλίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰτωλίαν — Αἰτωλίᾱν , Αἰτώλιος fem acc sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱν , Αἰτωλία fem acc sg (attic doric aeolic) Αἰτωλίᾱν , Αἰτωλίη fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αιτωλός, Γεώργιος — (Αιτωλία 1525 – Κόρινθος 1580). Λόγιος. Γεννήθηκε στην Αιτωλία ή, σύμφωνα με άλλους, στην Κόρινθο. Σπούδασε, αλλά και εργάστηκε ως δάσκαλος για πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στη Βενετία. Τέλος, δίδαξε στα Άγραφα και στην… …   Dictionary of Greek

  • Этолия — (Αίτωλία) в древности область средней Греции, граничившая на западе с Акарнанией по реке Ахелой, на востоке с Локридой и Доридой (по линии, параллельной течению реки Эвена и к востоку от этой реки), на севере с областью Долопов и Амфилохов и… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Αιτωλίας και Ακαρνανίας ή Αιτωλοακαρνανίας, νομός — Νομός (5.461 τ. χλμ., 224.429 κάτ.) της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος. Πρωτεύουσα του ν.Α. είναι το Μεσολόγγι (12.225 κάτ.). Αντιστοιχεί με μικρές διαφορές στις περιοχές της αρχαιότητας Αιτωλία και Ακαρνανία. Συνορεύει στα Α με τους νομούς Φωκίδος …   Dictionary of Greek

  • Etolia — Ubicación de la unidad periférica de Etolia Acarnania. Etolia (en griego antiguo Αἰτωλία, Aitōlía; en griego moderno Αιτωλία, Etolía; en latín Ætolia) es una región montañosa de Grecia en la costa norte del golfo de Corinto, que conforma en gran… …   Wikipedia Español

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.